Γεράκι - Το Κάστρο μας

Ιστολόγιο της ομάδας του Γυμνασίου Γερακίου Λακωνίας για το Κάστρο μας και την ιστορία του, που δημιουργήθηκε στα πλαίσια του Προγράμματος Σχολικών Δραστηριοτήτων με τίτλο: " Γεράκι, Φραγκιά και Βενετιά. Τα μεσαιωνικά κάστρα κοινό στοιχείο Πολιτισμού και Ιστορίας "
Τάξεις: Α΄και Β΄Γυμνασίου
Υπεύθυνες εκπαιδευτικοί: Σαράντη Ανθή, Γκανά Πένυ
Συμμετέχοντες εκπαιδευτικοί: Τσιμπίδη Σοφία - Φωτάκου Ελένη
Σχολικό Έτος 2014 - 2015

Πέμπτη, 12 Μαΐου 2016

Κάστρο Καρύταινας

Το κάστρο της Καρύταινας, χτισμένο σε απόκρυμνο βράχο σε υψόμετρο 700μ., στα νότια του ομώνυμου χωριού, είναι ένα  ακόμα μεσαιωνικό φράγκικο  κάστρο στην Πελοπόννησο. 
Xτίστηκε στα μέσα του 13ου αιώνα (1245) από το Γάλλο ηγεμόνα Ούγκο (Γοδεφρείδο)ντε Βριγιέρ. Στα χρόνια της φραγκοκρατίας η Καρύταινα γνώρισε τη μεγαλύτερη ακμή της και το κάστρο χάρη στη στρατηγική του θέση θεωρείτο σαν ένα από τα σημαντικότερα της Πελοποννήσου. Ονομάστηκε μάλιστα “Τολέδο της Ελλάδας”. 
Το 1320 το Κάστρο εξαγόρασε από τον φράγκο φρούραρχο ο Ανδρόνικος Παλαιολόγος, οπότε και στολίστηκε με βυζαντινές εκκλησίες και μοναστήρια. 
Στα μέσα του 15ου αι. πέρασε στα χέρια των Τούρκων, 
το 1685 περιήλθε για λίγο στους Eνετούς και τελικά πάλι στους Τούρκους (1715) που το κράτησαν ως την επανάσταση του 1821, οπότε, όπως και όλη η Αρκαδία γίνεται το επαναστατικό ορμητήριο της Πελοποννήσου.
Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας αποτελούσε από τα σημαντικότερα οχυρά και ορμητήρια των Τούρκων στην Πελοπόννησο. Μετά την κατάληψή του από τους επαναστάτες, στο κάστρο εγκαταστάθηκε  ο Θ. Κολοκοτρώνης, ο οποίος το οχύρωσε, έχτισε σε αυτό σπίτι και εκκλησία και το χρησιμοποίησε σαν δικό του ορμητήριο.

Πηγή: http://arcadia.ceid.upatras.gr/

Τρίτη, 23 Ιουνίου 2015

Φράγκικα κάστρα στην Ελλάδα και στην υπόλοιπη Ευρώπη


Φράγκικα κάστρα στην Ελλάδα και στην υπόλοιπη Ευρώπη


"Στις ελληνικές χώρες, τα κάστρα είναι πιο θεωρητικά και πιο άγρια παρά κείνα που βρίσκονται στη Φραγκιά, μ’ όλο πούναι τα περσότερα μικρά καστέλλια και πύργοι, επειδής οι τόποι σ’ εμάς είναι πετραδεροί και σπανοί, και τα χτίρια έχουνε χτιστεί σκέτα, δίχως πλουμιά.» Φώτης Κόντογλου
Στην Ευρώπη τα κάστρα χρησιμοποιούνταν ως κατοικίες βασιλιάδων ή ευγενών. Ανάμεσα στα 1050 με 1350, ισχυροί άντρες και γυναίκες ξόδευαν τεράστα χρηματικά ποσά για το χτίσιμο και τη διακόσμηση μερικών από τις πιο εντυπωσιακές και υπέροχες κατοικίες που υπήρξαν ποτέ στην Ευρωπη. Οι πύργοι δεν ήταν μονάχα ιδιωτικές κατοικίες, αν και περιείχαν άνετα, απομονωμένα διαμερίσματα για τον πυργοδεσπότη και την οικογένειά του. Επιπλέον, ήταν και στρατιωτικά επιτελεία, προπύργια του τοπικού αφέντη ή ενος ηγέτη κατακτητικού στρατού που μπορούσε έτσι να τους χρησιμοποιήσει ως σταθερη βάση για την επέκτασή του στις γυρω περιοχές.
Τα κάστρα από το 13ο αιώνα γίνονται πέτρινα. Οι τοποθεσίες τους επιλέγονταν έτσι ώστε να είναι δυσπρόσιτα, οπότε και απόρθητα. Όταν τα κάστρα δεν εξυπηρετούσαν κατακτητικούς σκοπούς, αποτελούσαν την έδρα της ισχυρης οικογένειας μιας περιοχής και ήταν συνήθως το κέντρο ενός μεγάλου αγροκτήματος.  Τέτοια κάστρα συναντάμε και σε πεδινές περιοχές, όπως η Γαλλία. Αντίθετα,  στις κατακτημένες περιοχές επιλέγονταν τοποθεσίες όπου τα κάστρα μπορούσαν να έχουν θέση για επιτήρηση όσο το δυνατον μεγαλύτερης περιοχής και να είναι παράλληλα δυσπρόσιτα. Τέτοιες τοποποθεσίες ήταν κορυφές λόφων και τετοια καστρα συνανταμε στην Ελλάδα όπου και ο σκοπός ήταν η διατήρηση των κτήσεων και η άμυνα και παράλληλα προσφερόταν το ανάγλυφο.
Εντούτοις, όλα τα καστρα είχαν κοινά στοιχεία δομής: Διεθεταν πύργους επιτήρησης, που ήταν πολύ γερής κατασκευης, με χοντρά πέτρινα τείχη και στην κορυφή τους υπήρχαν πολεμίστρες. Στέγαζαν την οικογενεια του άρχοντα, καθώς και το υπηρετικό προσωπικό και τους στρατιώτες. Η είσοδος κλεινόταν από μια κινητή γέφυρα, εφόσον υπήρχε τάφρος, και μια καγκελόπορτα.
Τυπική δομή κάστρου
Ένας βασιλιάς, μια βασίλισσα ή ένας πολύ ισχυρός ευγενής μπορούσε να έχει στην κατοχή του αρκετούς πύργους. Όμως μέσα στους πύργους δε ζούσαν μόνο οι αφέντες και οι κυρίες. Στρατιωτικό απόσπασμα ήταν δυνατόν να «σταθμεύει» εκεί για χρόνια, με καθήκοντα επιτήρησης. Ακόμα, μάγειροι, ιπποκόμοι, κηπουροί, οικιακοί βοηθοί, αγρότες και εργάτες ζούσαν μόνιμα στους πύργους, στον εξωτερικο περίβολο ή σε ένα κοντινό χωριο, φροντίζοντας το αγρόκτημα του πύργου και τα φεουδαρχικά κτήματα του άρχοντα. Στις περιπτώσεις που το κάστρο δεχόταν εχθρική επίθεση και πολιορκία, οι άνθρωποι εγκατελειπαν τα σπίτια τους και ενώνονταν με τους υπόλοιπους κατοίκους του πύργου, οπότε όλοι μαζί εβρισκαν καταφύγιο στα δυνατά τείχη του πύργου.
Κάστρο στο Βέλγιο


Κάστρο στην Ιταλία

Κάστρο στην Ελλάδα ( Καρύταινα)

Κάστρο στη Γαλλία




Δευτέρα, 22 Ιουνίου 2015

Ζωγραφιές μαθητών για το κάστρο του Γερακίου


Γεωργία Βλάχου - Μαθήτρια Α΄Γυμνασίου

Περικλής Χαλκιάς - μαθητής Α΄Γυμνασίου
                              
Γιάννης Πρικόπιε - Μαθητής Α΄Γυμνασίου

Παρασκευή, 5 Ιουνίου 2015

Ρόλος των κάστρων κατά τη Μεσαιωνική εποχή

Ο ρόλος των κάστρων

Βασική λειτουργία τους ήταν να διατηρούν τις κατακτήσεις και όχι να τις πραγματοποιούν. Το κάστρο σα διοικητικό κέντρο, αποθήκη εφοδίων και εκδήλωση ισχύος ήταν πιο σημαντικό από οποιαδήποτε καθαρή στρατιωτική λειτουργία. Τα κάστρα πιθανόν να είχαν περιορισμένο στρατηγικό ρόλο στην Ελλάδα, μπορούσαν όμως να επιβραδύνουν οποιαδήποτε ανακατάληψη.
Τα κάστρα χτίζονταν συνήθως σε απρόσιτα σημεία, τόσο για να προκαλούν δυσκολίες στην προσέγγιση, όσο και για να μπορούν να εποπτεύουν το γύρω χώρο και να εξαπολύουν αιφνιδιαστικές επιθέσεις σε έναν εχθρό. Αποτελούνταν από οχυρωμένα τείχη που σχημάτιζαν ένα ή δύο περιφραγμένα μέρη με ένα παρατηρητήριο στο υψηλότερο σημείο τους. Η λειτουργία των περιφραγμένων χώρων είναι ασαφής.
Τα περισσότερα κάστρα προσήλκυαν εποίκους γύρω τους. Πολλά από τα κάστρα, ανάμεσα σε αυτά και του Γερακίου, εξακολουθούσαν να χρησιμοποιούνται μετά το Μεσαίωνα και δεν είναι εύκολο να εντοπιστούν μεταγενέστερες μετατροπές τους.
Τα κάστρα της μεσαιωνικής Ελλάδας είναι πολυάριθμα. Ορισμένα βρίσκονται μόνο σε παλαιά κείμενα και οι τοποθεσίες τους δεν είναι ακόμα γνωστές. Άλλα υπάρχουν με τη μορφή ερειπίων και σε μπορούν να χρονολογηθούν από τη λιθοδομή ή το σχέδιό τους. Οι πηγές δε δίνουν πολλές πληροφορίες για το χρόνο και το κόστος κατασκευής τους ή για το εργατικό δυναμικό που χρησιμοποιήθηκε.

Πηγή:     Οι Φράγκοι στο Αιγαίο, Peter Lock 

Η κατασκευή νέων κάστρων από τους Φράγκους

Το κάστρο του Γερακίου

Δεν πρόκειται για κάστρο που χτίστηκε ως επέκταση παλαιότερης Βυζαντικής οχύρωσης, όπως έγινε σε άλλα μέρη, αλλά χτίστηκε εξαρχής από Φράγκους. Το χρονικό του Μορέως, συγκεκριμένα, αναφέρει την κατασκευή τεσσάρων νέων κάστρων απο τους Φράγκους, που τα συνδέει με την περίοδο της κατάκτησης, αναφέροντας ότι τα έφτιαξαν οι πρώτοι άρχοντες:
·         Ο Γκοτιέ ντε Ροζιέρ έχτισε την Άκοβα στην περιοχή Mεσαρά
·         Ο Ίγκ ντε Ροζιέρ την Καρύταινα
·         Ο Γκια ντε Νιβελέ, που κατείχε έξι ιπποτικά φέουδα στη Λακωνία,  το Γεράκι στην Τσακωνία
·         Ο Ρομπέρ ντε Τρεμολέ τη Χαλανδρίτσα

Μάλιστα, τα κάστρα Γερακίου και Καρύταινας είχαν κατασκευαστεί, σύμφωνα με το Lock, από τους γιους των αρχικών κατόχων τους (γιος του Νιβελέ ήταν ο Ζαν). Σύμφωνα με το χρονικό του Μορέως όμως, δεν είναι ξεκάθαρο αν το κάστρο το έχτισε ο πατέρας ή ο γιος.


Πηγή:  Οι Φράγκοι στο Αιγαίο, Peter Lock



Πέμπτη, 4 Ιουνίου 2015

Στοιχεία αρχιτεκτονικής για τον οικισμό και το Κάστρο



ΤΟΠΟΘΕΣΙΑ

Από τα ανατολικά του Γερακίου υψώνεται ένας, αποκομμένος από τον Πάρνωνα, μακρόστενος, δασωμένος ορεινός όγκος με δύο κορυφές και βαθύ διάσελο, με κατεύθυνση από Βορρά προς Νότο. Πάνω στο λόφο αυτό του Πάρνωνα δεσπόζει το κάστρο του Γερακίου.  Στα ΝΑ του βρίσκεται η Μονεμβάσια, ενώ στα δυτικά του ο Μυστράς.
Τα υπολείμματα του Κάστρου και του μεσαιωνικού οικισμού διακρίνονται στις δύο κορυφές του λόφου με το όνομα Παλαιόκαστρο.
Στη βόρεια κορυφή σώζονται —σε σχετικά καλή κατάσταση— το Κάστρο και, κάτω από αυτό, στη δυτική ομαλή πλαγιά, τα κτίσματα του βασικού οικισμού





Στη νότια κορυφή σώζο­νται υπολείμματα μιας δεύτερης οικιστικής συγκέ­ντρωσης που συνδέεται με τον βασικό οικισμό με μο­νοπάτι ανοιγμένο σε διάσελο, μήκους 700 μ., που ενώ­νει τις δύο κορυφές.

 Η οικιστική συγκέντρωση γύ­ρω από το κάστρο άρχισε με την ανέγερσή του και συνεχίστηκε σε όλη τη βυζαντινή περίοδο. Τε­λικά, ο λόφος ερημώθηκε μεταξύ 15ου αι. και 1700, οπότε το Γεράκι μεταφέρθηκε στη θέση του σημερι­νού οικισμού και αποτέλεσε κεφαλοχώρι της ενετοκρατούμενης και τουρκοκρατούμενης Πελοποννήσου, με μεγάλες παραγωγικές εκτάσεις στον κάμπο.

Ο Φώτης Κοντογλου μας δινει το 1962 την ακόλουθη περιγραφή, με το μοναδικό τρόπο που ένας λογοτέχνης και ζωγράφος μπορεί να αποτυπώσει τη γοητεία που μεταδίδει η αλλοτινή αίγλη του κάστρου.
''Κάστρο μικρό είναι και στενούτσικο, το μάκρος του πάει από Βοριά σε Νότο, όπως είναι θεμελιωμένο και το βουνό. Η πόρτα βρίσκεται κατά το ηλιοβασίλεμα, μικρή και πλουμισμένη με κεραμίδια, που'ναι κι όλο-όλο το στολίδι του. Στη μέση ο τοίχος είναι γκρεμισμένος, από μακριά να παρομοιάζει το Κάστρο ίδιο αγρίμι με σπασμένο το ραχοκόκαλο. Στέκουνται ακόμα καλά οι δυο άκριες αψηλές και περήφανες, μάλιστα είναι απείραχτη η τάμπια, π'αγναντεύει κατά το γαρμπή με τα μπεντένια της και με τις γωνιές της καλά διατηρημένες. Το άλλο είναι χαλασμένο λίγο ως πολύ, εξόν από τη Βορινή άκρη που στέκεται όρθια, όπως το κοράκι της πλώρης στο τρεχαντήρι. Από την Ανατολήν είναι πιο απόγκρεμο κ'οι τοίχοι πιο στεκάμενοι. Σώζεται μια στέρνα. Στη μέση λένε πως γκρεμίσανε πριν χρόνια τον τοίχο που κοιτάζει κατά το ηλιοβασίλεμα, για να βλέπουνε από το χωριό το χορό που κάνουνε κάθε χρόνο μέσα στο Κάστρο.....'' 

Φώτης Κόντογλου, Το Κάστρο του Γερακιού, ''Πειραϊκή-Πατραϊκή'', αριθ.84 Ιούν. 1962 σ.28 


Το μοναδικό διάγραμμα του οικισμού το οφείλουμε στον Άγγλο μελετητή Ramsay Traquair στις αρχές του αιώνα (1905), όπου σημειώνονται με μεγάλη για την εποχή ακρίβεια κτίσματα, οχυρώσεις και το ανά­γλυφο του εδάφους.





 Όμως συστηματική μελέ­τη του οικισμού δεν έχει γίνει μέχρι σήμερα, πράγμα που θεωρούμε ότι είναι ενδιαφέρον και αναγκαίο, προκειμένου να συμπληρώσουμε τις γνώσεις μας όσον αφορά στην ιστορία, την αρχιτεκτονική, την κουλτούρα των ανθρώπων που έζησαν στον τόπο αυτό.

Οι Α.Μ. Σιμάτου και Ρ. Χριστοδουλοπούλου κάνουν μια πολύ αξιόλογη προσπάθεια παρουσίασης με μια απλή περιγραφή, αλλά και ερμηνείας διαφόρων κατασκευαστικών και μορφολογικών στοι­χείων, με σκοπό τη δημιουργία όσο το δυνατόν μιας  πιο καθαρής εικόνας της περιοχής και της μορφής των κτισμά­των:

Ο ΟΙΚΙΣΜΟΣ

Ο δρόμος που οδηγεί στη βόρεια κορυφή του λόφου καταλήγει σε ένα πλάτωμα στο κάτω μέρος του κυρίως οικισμού, από όπου γίνεται ουσιαστικά ορατό το σύ­νολο της οικιστικής συγκέντρωσης. Από εκεί διακρί­νονται, ανάμεσα στα ερειπωμένα με πρώτη ματιά κτί­σματα, αρκετές εκκλησίες, οι περισσότερες από τις οποίες έχουν προστατευθεί με νέες κεραμοσκεπές και εν μέρει έχουν συντηρηθεί οι τοιχογραφίες τους.
Ο οικισμός έχει σχήμα τραπεζίου που η βόρεια πλευ­ρά του οριοθετείται έντονα από ένα τείχος βράχων, σε αντίθεση με τη νότια που απλώνεται ελεύθερα στην πλαγιά.
Η εμφανής διαφοροποίηση της πυ­κνότητας δόμησης στην έκταση του οικισμού οδηγεί στη διάκριση τριών βασικών κτιριακών ενοτήτων:
-μια γειτονιά, πολύ συνεκτική, κάτω από το κάστρο στα ΒΑ.
- μια δεύτερη γειτονιά στο κέντρο, με αραιότερη δόμηση
- μια τρίτη γειτονιά στα ΝΔ, με ελεύθε­ρο χαρακτήρα


ΟΔΙΚΟ ΔΙΚΤΥΟ  -  ΟΧΥΡΩΣΗ

 Τα υπολείμματα του οδικού δικτύου είναι σχεδόν ανύ­παρκτα, γι΄αυτό η ανίχνευση του μπορεί να γίνει μέσω της μελέτης των γωνιών των σπιτιών των προσβάσεών τους. Από αυτά τα στοιχεία οι αρχαιολόγοι οδηγούνται  με επιφυλάξεις στην εικόνα ενός οδικού δικτύου που περιελάμβανε:
α) Ένα βασικό ομαλό δρόμο, που ξεκινούσε από το πλάτωμα, και διχαζόταν σε ένα δρόμο που οδηγούσε, παράλλη­λα προς το τείχος, στην πύλη του κάστρου, και σε ένα δεύτερο που συνέχιζε ως μονοπάτι στη νότια κορυφή.
β) Έναν κεντρικό απότομο δρόμο, που ξεκινούσε από το πλάτωμα και οδηγούσε στο κάστρο, διασχίζοντας την πρωτη γειτονιά και οδεύοντας ανηφορικά, παράλληλα προς το βόρειο όριο του οικισμού.
γ) Ένα δεύτερο δρόμο, που είχε κοινή αρχή με τον προηγούμενο και οδηγούσε στη δεύτερη γειτονιά.
Εκτός από τους παραπάνω δρόμους, οι αρχαιολόγοι μιλούν με βεβαιότητα για ένα πλήρες δίκτυο από μικρά μονοπάτια. Τμήματα του ανιχνεύο­νται από λαξεύσεις στον φυσικό βράχο, από τοίχους αντιστήριξης, από κτιστά σκαλοπάτια και πεζούλια, ενώ αντίθετα πουθενά δεν βρέθηκε τμήμα λιθόστρω­του. Αυτά τα μονοπάτια προσέφεραν πρόσβαση σε δύο ή τρία σπίτια κάθε φορά, ή περιτριγύριζαν μεγάλα σπίτια και συγκροτήματα, προσφέροντας τη δυνατό­τητα για πρόσβαση σε κάποια δεύτερη είσοδο.
Οι παράγοντες που συνέβαλαν στη διαμόρφωση του οδικού δικτύου είναι η απότομη κλίση και το βραχώ­δες του εδάφους, όπως και οι μεταβαλλόμενες κατά καιρούς ανάγκες προσπέλασης, εξαιτίας προσθηκών που γίνονταν στα κτίρια.
Από την ύπαρξη τμημάτων υποστηρικτικών τοίχων και σκαλοπατιών στο βόρειο όριο του οικισμού, όπως επίσης και κάτω από τα σπίτια της τριτης γειτονιάς, επιβε­βαιώνεται η ύπαρξη κάποιου είδους περιμετρικής οχύ­ρωσης, απαραίτητης για την προστασία του οικισμού. Το γεγονός αυτό ενισχύεται και από τη σημεί­ωση στο διάγραμμα του Traquair ενός είδους πύλης, που τοποθετείται στο βόρειο όριο. Από εκεί πιθανότατα γινόταν η είσοδος στον οικισμό μέσω του βασικού δρόμου, που κατέληγε στο κάστρο, αφού διέσχιζε το πλάτωμα. Από αυτό το πλάτωμα ξεκινούσαν οι βασικοί δρόμοι και τα μονοπάτια του οικισμού και εκεί έβλεπαν δύο σημαντικές εκκλησίες, η Αγία Παρασκευή και η Αγία Αικατερίνη. Η ύπαρξη μεγάλης δημόσιας στέρνας σε ένα διευρυμένο επίπεδο χώρο ενισχύει την υπόθεση ότι το πλάτωμα λειτουργούσε ως πλατεία με εναλλασ­σόμενες λειτουργίες συνάθροισης και εμπορικής συ­ναλλαγής, σε άμεση σχέση με την είσοδο του οικι­σμού.


ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ NIVELET

Ανηφορίζοντας στην αριστερή διακλάδωση που ξεκι­νά από την Αγία Παρασκευή, φτάνουμε σε ένα συγκρό­τημα κτισμάτων, σε επαφή, το οποίο οι ντόπιοι ονομά­ζουν «κατοικία του Nivelet». Παρόλο που η πιθανότερη θέση της κατοικίας του άρχοντα έπρεπε να είναι μέσα στο κάστρο, η διάταξη των χώρων του συ­γκροτήματος σε σειρά, η οχύρωσή του με ανοίγματα μόνο στους ορόφους και η τοποθέτηση του κάτω από το κάστρο, πάνω σε απότομους βράχους που καθιστούν την πρόσβαση σε αυτό ελεγχόμενη, προϋ­ποθέτουν κάποιον επώνυμο χρήστη. Το συγκρότημα αποτελείται από τέσσερις χώρους, που δεν επικοινωνούν μεταξύ τους. 



ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ 




Μπορούμε να πούμε ότι το κάστρο του Γερακίου ανήκει στην ομάδα των ορεινών κάστρων του 13ου  αιώνα, που έκτισαν οι Φράγκοι εκμεταλλευόμενοι τη φυσική οχύρωση. Διακρίνονται δύο βασικές οικοδο­μικές φάσεις. Μία πρώτη γύρω στο 1250, που ιστορικά θέλει ως κτήτορα τον Jean de Nivelet (ή, κατ΄άλλους τον πατέρα του), και μια δεύτερη, βυζαντινή, μετά το 1260, κατά την οποία ενισχύθηκε η νότια πλευρά και επισκευάστηκε η δυτική με την πύ­λη.
Τα τείχη του κάστρου σήμερα είναι ερειπωμένα. Διατηρούνται κάποια οχυρωματικά έργα και οι πυργίσκοι στην πλευρά της κορυφογραμμής του λόφου, που βλέπουν προς τη πεδιάδα μέχρι τον μακρινό Λακωνικό κόλπο.
Ο σημαντικότερος ναός του οικισμού είναι ο Άγιος Γεώργιος, κτισμένος στο κεντρικότερο σημείο του περιβόλου. Μέσα στον περίβολο του κάστρου υπάρχει μεγάλος αριθμός κτισμάτων, από τα οποία άλλα είναι μεμονωμέ­να και άλλα οργανώνονται σε συγκροτήματα. Τα μόνα πολύχωρα κτίσματα που υπάρχουν βρίσκονται το ένα σχεδόν σε επαφή με τον Άγιο Γεώργιο και το άλλο στα δυτικά της μεγάλης κινστέρνας του κάστρου. Τη συ­νολική τους κάτοψη γνωρίζουμε μόνο από το διά­γραμμα του Traquair, γιατί σήμερα σώζονται μόνο κά­ποιες γωνίες και μεσότοιχοι. Η θέση τους μπορεί να δικαιολογήσει τον χαρακτηρισμό τους ως κατοικίας του άρχοντα. Όμως, το πλέον ενδιαφέρον συγκρότημα κτισμάτων βρίσκεται βόρεια και δυτικά της εκκλησίας. Από αυτό σώζονται σε καλή κατάσταση κτίσματα που τοποθε­τούνται σε μία ζώνη από Α. προς Δ., κλείνοντας τον βόρειο χώρο του περιβόλου. Από τις εισόδους, τις αποτμήσεις και τα περάσματα μπορούμε να διακρί­νουμε ένα βασικό μονοπάτι που ελίσσεται ανάμεσα τους.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των αρχαιολόγων, το Γεράκι αποτελεί μια σπάνια περίπτωση σωζόμενου βυζαντινού οικισμού χωρίς μεταγενέστερες επεμβά­σεις, που μας δίνει μια καθαρή εικόνα της μορφής του βυζαντινού οικισμού του 15ου αι. και της τυπολογίας της βυζαντινής κατοικίας. Οι ελάχιστες διαστάσεις των κτισμάτων, που μόλις καλύπτουν τις βασικές ανά­γκες ζωής, επιβεβαιώνουν την άποψη ότι τα τυπικά βυζαντινά σπίτια των οικισμών της περιοχής ήταν μι­κρής κλίμακας και περιορισμένων μορφολογικών προθέσεων, σε αντίθεση με τη λανθασμένη εικόνα που μας έδιναν μέχρι πρότινος τα μοναδικά γνωστά παρα­δείγματα του Μυστρά.

Πηγές:
-            https://5a.arch.ntua.gr/project/4259/4638 -  
-            http://www.deltionchae.org/index.php/deltion/article/viewFile/1035/977  (A. M. Σιμάτου- Ρ. Χριστοδουλοπούλου, Παρατηρήσεις στο μεσαιωνικό οικισμό του Γερακίου, ΔΧΑΕ (1989-1990), Περίοδος Δ', Αθήνα 1991, σ. 67-88. )






Απόσπασμα από την Αθηνά Ταρσούλη

Στενά καλντεριμωμένα δρομάκια, σκαλωτά ελικοειδή ανηφόρια και μικρά αδιέξοδα σχηματίζουν τη ρυμοτομία του μεγάλου χωριού. Εκείνο που αμέσως εντυπωσιάζει τον επισκέπτη είναι τα ψηλά λιθόκτιστα σπίτια, πολύ μεγάλα ανάλογα με τον τόπο. Δίπατα, ακόμη και τρίπατα, τα περισσότερα με σιδερένια μπαλκόνια, προσθέτουν κάτι το φρουριακό στο ειρηνικό Γεράκι. Είναι τα παλιά αρχοντικά από οικογένειες με βυζαντινές περγαμηνές και παλιές παραδόσεις, που οι απόγονοί τους ζούν ακόμη εκεί και μ' ευλάβεια τις διατηρούν από τους γεροντότερους ως τους πιο νέους του τόπου”.



(Αθηνά Ταρσούλη, Κάστρα και Πολιτείες του Μοριά, Αθήνα 1934)